Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2007

Ταξιδι στις Κυκλαδες.

Επιστρέφοντας από τις καλοκαιρινές διακοπές, το μυαλό μοιάζει να μη θέλει να ακολουθήσει το σώμα μας και παραμένει πίσω... σε χρυσαφένιες αμμουδιές και όμορφα νησιωτικά τοπία. Αντιστέκεται σαν από ένστικτο, θέλοντας να παρατείνει τον ελεύθερο χρόνο της ξεγνοιασιάς και της ηρεμίας. Η επαφή με το άκτιστο τοπίο και ο ανοικτός ορίζοντας λειτουργούν σαν βάλσαμο απέναντι στο άγχος και τη δυσφορία που προκαλεί ο εντατικός ρυθμός της πόλης. Αυτή η ολιγοήμερη επαφή, όμως, γεννά και μια σειρά από σκέψεις για το είδος του περιβάλλοντος που σταδιακά δημιουργούμε στους προορισμούς των διακοπών μας.
Πολλές φορές στο παρελθόν η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από την ανάγκη προστασίας των αιγαιοπελαγίτικων παραδοσιακών μας οικισμών. Σήμερα προβάλλει δραματικά, ακόμη επιτακτικότερο, το αίτημα σεβασμού, προστασίας και διατήρησης αυτού του ίδιου του φυσικού περιβάλλοντος! Αυτών των μοναδικών τοπίων που τόσο πλουσιοπάροχα μας πρόσφερε η φύση και αποτελούν τη μεγάλη και ανεκτίμητη κληρονομιά του τόπου μας, το θησαυρό μας.
Εκεί «...όπου φυσικά βασιλεύει ο μέγας άρχων του ελληνικού τοπίου, ο βράχος» όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Γιάννης Τσαρούχης. Τα γυμνά γκριζωπά βράχια που ξεπροβάλλουν μέσα στο Αιγαίο, το ένα εδώ, το άλλο εκεί μακρύτερα, άλλα σχηματίζοντας συστάδες, διαμορφώνουν τον ανεπανάληπτο γλυπτικό ορίζοντα της νησιωτικής ελληνικής γης.
Τα βράχια με τις πολλαπλές μορφές τους, τα οποία ξεχύνονται από την ηπειρωτική χώρα κι απλώνονται μέσα στα πελάγη σαν κυκλώπειες πέτρες, ανεμοδαρμένες και άνυδρες, χτυπημένες από την ανεξάντλητη δύναμη της φουρτουνιασμένης θάλασσας. Αυτό το ανάγλυφο των κοφτερών βράχων που συμπληρώνεται αρμονικά με σκίνα και θυμάρια και τόσους υπέροχους θάμνους σε μια αδιάσπαστη και αξεχώριστη ενότητα, έρχεται κάθε ανατολή ο ήλιος να αναδείξει, παίζοντας με το φως και τη σκιά. Άκρες που λαμπυρίζουν, τραχιές επιφάνειες, σχισμάδες που διατρέχουν το σώμα τους, σκοτεινές χθόνιες σπηλιές, ολόκληροι κόσμοι, μυστηριώδεις, μυθικοί, αρχέγονοι. Κι όπως πέφτει το φως κι έρχεται το σκοτάδι, τα βράχια μετατρέπονται θαρρείς σε πελώριους υπερφυσικούς δράκους που σε παραμονεύουν μην τυχόν και ταράξεις την ησυχία τους.
Είναι ώρες που μοιάζουν να επιπλέουν ανάλαφρα πάνω στο κύμα, ενώ άλλες στιγμές νομίζεις πως ανυψώνονται και αιωρούνται -σε πείσμα της βαρύτητας- πάνω από τη γραμμή του ορίζοντα. Απόκρημνες πλαγιές και πανύψηλοι γκρεμνοί «ακροβατούν» πάνω από τη θάλασσα, βαθιές χαράδρες στα ενδότερα, σαν ρυτίδες στο πρόσωπο της άγονης γης, προστατεύουν τα λιγοστά δένδρα από τους σφοδρούς ανέμους, ενώ κάποια άλλα που το έφερε η τύχη να βρίσκονται πάνω σε διάσελα, γέρνουν σαν να υποκλίνονται στην αδιαμφισβήτητη δύναμη του Αιόλου. Το χώμα λιγοστό και για το λόγο αυτό πολύτιμο, συγκρατείται αιώνες τώρα με δυσκολία, από πανάρχαιες ξερολιθιές και περίτεχνες πεζούλες. Ένα έδαφος γυμνό, δύσκολο, κακοτράχαλο, ανελέητο, ποτισμένο με τον ιδρώτα χιλιετιών που έζησε όμως γενιές και γενιές.
Γιατί είναι σκληρός, άγριος και τυραννισμένος αυτός ο τόπος, πολύ μακριά από την ψευδαίσθηση της άνεσης, της μαλθακότητας και της καλοπέρασης που υπόσχεται η κοσμική παραλία με τις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες ή τα μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα, με τις πισίνες, τους φοίνικες και το ψωριάρικο γκαζόν τους. Την ουσία του τη συνειδητοποιείς και τη μετράς περπατώντας τον βήμα βήμα, ακολουθώντας πιστά το μακρινό φιδίσιο μονοπάτι που στριφογυρίζει το βράχο, ανακαλύπτοντας τις εναλλαγές και τις κρυφές πλευρές του και όχι οδηγώντας το αυτοκίνητο σε δρόμους που σε κατεβάζουν μεν με ευκολία και γρήγορα σε κάθε απόμερο κολπίσκο, αλλά χαρακώνουν ανεπανόρθωτα τις πλαγιές του.

Φοβούμαι πως δεν έχουμε καταλάβει την αξία τής υπαίθρου στον τόπο μας. Μετατρέψαμε ολόκληρα νησιά σε «καλοκαιρινές πόλεις» που κατακλύζονται από ορδές τουριστών και σφύζουνε από μια αφύσικη ζωή, ενώ αντίθετα το χειμώνα νεκρώνουν και μοιάζουν με «πόλεις φαντάσματα». Γιατί τα ήσυχα και ήρεμα ακρογιάλια των ανέμελων καλοκαιρινών διακοπών μεταμορφώνονται τους χειμερινούς μήνες σε άγρια και αφιλόξενα βράχια πάνω στα οποία ξεθυμαίνουν αφρισμένα κύματα. Ο παγωμένος αέρας λυσσομανά και αυτό που ψάχνεις είναι ένα μέρος εσωτερικό, προφυλαγμένο, για να βρεις καταφύγιο. Οι οικισμοί φυσικά αλλάζουν πρόσωπο και η ζωή μεταφέρεται στα στενά εσωτερικά σοκάκια, μακριά από την αγριεμένη θάλασσα. Και είναι σαν να αλλάζει ο τόπος και το έξω να γίνεται μέσα, λες και αντιστρέφεται ο χώρος. Τη φασαρία, τη βουή και την κινητικότητα του καλοκαιριού, διαδέχεται η ερημιά, η ηρεμία αλλά και η αναπόφευκτη μελαγχολία τού χειμώνα.
Καταφέραμε να δημιουργήσουμε νησιά τέρατα, αφήνοντας πάνω στο σώμα τους τ' αχνάρια της φτήνιας των καιρών μας. Συνεχίζουμε με αδυσώπητη μανία να καταστρέφουμε κάθε σπιθαμή της «ευλογημένης» τούτης γης. Κτίζουμε παντού βιαστικά, αβασάνιστα, χωρίς μέτρο.
Ορθώνουμε σε τόπους ιερούς, χιλιοτραγουδισμένους, που τόσο έχουν υμνηθεί από τους ποιητές μας, άθλια χονδροειδή κατασκευάσματα, άσπρα άμορφα «περιττώματα», εν ονόματι μιας κακώς νοούμενης «ανάπτυξης» και εφήμερης «τουριστικής αξιοποίησης». Εδώ και καιρό έχουμε απεμπολήσει κάθε έννοια συλλογικότητας, για να υπερισχύσει ο αφόρητος ατομικισμός μας, που μετράει τα πάντα με την κοντόφθαλμη λογική της γρήγορης «αρπαχτής», μη λογαριάζοντας ούτε αυτά που έγιναν στο παρελθόν ούτε -πολύ περισσότερο- αυτά που θα γίνουν στο μέλλον. Ακόμη κι αυτά τα μικρά ξωκλήσια του Προφήτη Ηλία στις απόκρημνες κορφές είναι δυσδιάκριτα πλέον ανάμεσα στις λευκές βιλίτσες, τα εξοχικά, τα «rooms to let», που ξεφυτρώνουν σαν μεταλλαγμένα φυτά που γιγαντώνονται ανεξέλεγκτα, καταστρέφοντας ό,τι βρουν γύρω τους. Ροκανίζουμε χρόνο το χρόνο αυτά τα υπέροχα τοπία των βράχων, έτσι που στο τέλος δεν θα μείνει τίποτε που να θυμίζει στις επόμενες γενιές ότι τούτη η καθημαγμένη γη είχε κατοικηθεί πολύ πριν από τον Όμηρο.
Κι όλα αυτά κάτω από ένα φως δυνατό, εκτυφλωτικό, που δημιουργεί έντονες φωτοσκιάσεις προδίδοντας την παραμικρή ατέλεια, που προσπαθεί μάταια να κρυφτεί από την αυστηρή ετυμηγορία της διαύγειάς του. Πόσο εύστοχα και διδακτικά τα λόγια του Ελύτη: «Σιγά σιγά, μες στο κατακαλόκαιρο, το φως αφανίζει την Ελλάδα. Χωνεύει τα νησιά, εξουδετερώνει τις θάλασσες, αχρηστεύει τους ουρανούς. Άφαντα όλα... Η αντίσταση σ' ένα τέτοιο φως: να ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής».

Πράγματι, μέσα στην αέναη εναλλαγή φωτός και σκιάς γεννήθηκε η πανάρχαια πέτρινη αρχιτεκτονική των νησιών μας. Λες και πήραν σχήμα και μορφή τα βράχια και οι πέτρες, και σαν από μόνες τους να όρθωσαν τα απέριττα κτίσματα που μας κληροδότησαν όλοι μαζί οι πολιτισμοί του παρελθόντος. Την ουσία που εμπεριέχει και εκφράζει το «ελάχιστο» πρέπει να διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού. Εκεί να βασιστούμε για να δημιουργήσουμε μια απολύτως σύγχρονη αρχιτεκτονική που θα εκφράζει τις σημερινές ανάγκες χωρίς να τραυματίζει το τοπίο, αλλά θα αποτελεί την αυτονόητη συνέχειά του. Μια αρχιτεκτονική που θα συνδέεται οργανικά με το ανάγλυφο του εδάφους και δεν θα προσπαθεί ανόητα, να αναμετρηθεί μαζί του. Για να μην ξεχνάμε «...πως και τα μελλοντικά χρωστάνε συχνά τη δύναμή τους και στα όσα έχουνε συμβεί σε περασμένα χρόνια», όπως σοφά μας υπενθύμιζε ο Άρης Κωνσταντινίδης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: